Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων

Συλλογή Εικόνων

Οι εικόνες ως αντικείμενα λατρείας, αποτυπώνουν πρόσωπα “εν ετέρα μορφή”, διαφορετική ίσως από την πραγματική, ταυτόχρονα όμως μοναδική.
Έξω από το λειτουργικό τους χώρο χάνουν τη λατρευτική τους υπόσταση. Μεταφέρουν όμως τις αναζητήσεις της εποχής τους. Ως εκ τούτου, αποτελούν φορείς αισθητικής  και μπορούν να ιδωθούν αυτονομημένα, ως έργα τέχνης.
Με αυτή τη λειτουργία τους παρουσιάζονται εδώ εικόνες με “εν οίκω” χρήση, που προέρχονται κυρίως από τον Ελλαδικό χώρο, χωρίς να λείπουν και παραδείγματα της Ρωσικής αγιογραφίας, (φωτό 1) δωρεές επιφανών οικογενειών των Ιωαννίνων. Καλύπτουν ιστορικά τέσσερις περίπου αιώνες.

Ψήγματα εποχών, τεχνοτροπιών και αισθητικών αντιλήψεων, αντανακλούν έναν κόσμο, που παρά τις διαφορετικές επιρροές που δέχτηκε, κατάφερε να  διατηρήσει μια ουσιαστική ενότητα, στο πέρασμα του χρόνου. Η ενότητα αυτή ανιχνεύεται στο συσταλτικό ήθος των εικόνων.   

Η τεχνική τους διατηρείται σχεδόν σταθερή, ανά τους αιώνες. Μια ή περισσότερες σανίδες κομμένες κοντά στο κέντρο του κορμού, για μεγαλύτερη σταθερότητα, συνδέονται και ενισχύονται με ξύλινα τρέσα. Η επιφάνεια, κάποτε με ξυλόγλυπτο διάκοσμο και άλλοτε επίπεδη, στοκάρεται με νεκρό γύψο και ζωική κόλλα. Ο ζωγράφος σχεδιάζει το περίγραμμά της και κολλά το φύλλο χρυσού πάνω στο κοκκινωπό αμπόλι. Ανακατεύει τα χρώματά του σε σκόνες, με κρόκο αυγού και λίγο ξύδι για να διατηρούνται και ζωγραφίζει. Αφήνει την εικόνα του τελειωμένη για πάνω από ένα χρόνο, για να τραβήξουν τα χρώματα και τη βερνικώνει με ρητίνες δέντρων, νέφτι και συχνά κάποιο λάδι.      

Η διαρκής όμως εξέλιξη της τεχνοτροπίας, στοιχείο που χαρακτήριζε διαχρονικά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, εκφράζεται και στις αναζητήσεις των ζωγράφων της συλλογής.

Τα παλαιότερα δείγματα επηρεάζονται από τη λεγόμενη “Κρητική σχολή” του 16ου αι., εποχή μεγάλης πνευματικής και εικαστικής άνθησης.

Ραδινές (ψιλόλιγνες) μορφές με ασκητικές φυσιογνωμίες, σκούρους καφετί και σπανιότερα πρασινωπούς προπλασμούς, περιορισμένα φωτίσματα, γεωμετρικές πτυχώσεις στα ενδύματα, λιτά χρώματα και χωρίς πλούσια διακοσμητικά, είναι τα χαρακτηριστικά που αντλούνται από την εποχή αυτή. (φωτό 2)

Ακολουθεί η εικόνα των Αρχαγγέλων με χρονολογία 1772 (φωτό 3), που ανήκει στο ζωγραφικό εκείνο ρεύμα, που ονομάστηκε “Ιταλοκρητικό” και το συναντάμε κυρίως στα Επτάνησα. Οι Κρήτες ζωγράφοι μετά την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669, στράφηκαν μέσω των Επτανήσων, στη Βενετία. Η αισθητική των νέων παραγγελιοδόχων και η επιρροή των ζωγράφων από το ισχυρό ρεύμα της Βενετσιάνικης ζωγραφικής διαφοροποίησαν ελαφρώς, το ύφος των εικόνων τους. Οι μορφές απέκτησαν περισσότερο χρώμα, έκφραση και κίνηση, αποδίδοντας φυσιοκρατικά και ρεαλιστικά στοιχεία. Δημιουργήθηκε έτσι, το ιδιαίτερο αυτό ζωγραφικό στυλ κάτι μεταξύ των Ιταλικών Μαντόνων και των ασκητικών μορφών της βυζαντινής τέχνης, που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μεταβυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα για πάνω από δύο αιώνες.

Η στροφή αυτή προς τη Δυτική τέχνη εκφράζεται, σε επίπεδο τεχνικής, με την σταδιακή αντικατάσταση του αυγού από το λάδι, ως συνδετικό των χρωμάτων και του ξύλου από το μουσαμά ως υποστήριγμα, καταλήγοντας έτσι στη γνωστή μας ελαιογραφία.

Στη συνέχεια αλλάζει και η μορφή του έργου. Από την επίπεδη ζωγραφική δύο διαστάσεων των Βυζαντινών εικόνων περνάμε με τη χρήση της προοπτικής στην ψευδαίσθηση των τριών διαστάσεων. Ο μεταφυσικός δηλαδή χώρος με το χρυσό φόντο δίνει τη θέση του σε ένα φυσικό, γήινο όπου τα πράγματα απεικονίζονται πιο φυσικά και πιο πραγματικά.

Στην Ηπειρωτική ενδοχώρα η αγιογραφία ασκείται από κλειστές ομάδες ζωγράφων, συνήθως συγγενών μεταξύ τους, που ονοματοδοτούνται από τον τόπο προέλευσής τους. Έχουμε έτσι τους Λινοτοπίτες, τους Καπεσοβίτες, τους Καλαρρυτινούς, τους Χιονιαδίτες κ.α. προερχόμενους από τα αντίστοιχα χωριά.

Ακολουθούν μια παράδοση που εδράζεται στους Κρητικούς ζωγράφους του 16ου αι. αλλά και στην ιδιαίτερη καλλιτεχνική φυσιογνωμία που αποκτά η ευρύτερη περιοχή με το έργο των κορυφαίων ζωγράφων Φράγκου Κατελάνου και των αδελφών Κονταρή. Οι τελευταίοι κατάγονται  από τη Θήβα, έδρασαν όμως στην Ήπειρο και διαμόρφωσαν την ίδια περίοδο, τη «σχολή της Βορειοδυτικής Ελλάδας», όπως σχηματικά ονομάστηκε.  

Αυτοί κυρίως, και με την επίδραση της Δύσης, μέσω του διεθνούς μπαρόκ, που κατακλύζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτελούν τα πρότυπα των περισσοτέρων ζωγράφων στους αιώνες που έπονται.

Oι αισθητικές αξίες γίνονται οικείες όχι μόνο στην τάξη των εύπορων Ελλήνων αλλά και στα λαϊκά στρώματα. Τα έντυπα, οι χάρτινες εικόνες, τα κοσμήματα, τα υφάσματα και τα ξυλόγλυπτα έπιπλα, που διακινούνται παντού γίνονται φορείς ενός νέου εικαστικού ήθους, που μπολιάζει και την εκκλησιαστική τέχνη.

Η ιερατικότητα, η λιτότητα και η αυστηρότητα της ορθόδοξης παραδοσιακής ζωγραφικής συνυπάρχει και επιχειρείται το πάντρεμά της με την κίνηση και τον χρωματικό πλουραλισμό του μπαρόκ. Η έμφαση στην απόδοση των λεπτομερειών αποκτά επίσης, μεγαλύτερη σημασία.

Στο ύφος αυτό κινούνται αρκετές από τις εικόνες της συλλογής. (φωτό 4-11)

Τελευταίοι χρονολογικά είναι οι Χιονιαδίτες, οι οποίοι υιοθετούν ένα λαϊκό ύφος στη ζωγραφική τους, με πολλά ρεαλιστικά και κοσμικά στοιχεία, που τα χρησιμοποιούν εξάλλου και στη διακόσμηση των σπιτιών που αναλαμβάνουν κατά κόρο, την περίοδο αυτή. Εισάγουν έτσι  μια νέα σχέση με τη φύση και τον κόσμο, με αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνσή τους από τη βυζαντινή παράδοση.