Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων

Συλλογές

Στη συλλογή της Δημοτικής Πινακοθήκης Ιωαννίνων περιλαμβάνονται 1000 και πλέον έργα (πίνακες, σχέδια,  γλυπτά, χαρακτικά, εικόνες και φωτογραφίες), ενώ συνεχώς εμπλουτίζεται.

Από την ίδρυσή της η προσπάθεια κατευθύνθηκε στην απόκτηση λίγων αλλά αντιπροσωπευτικών έργων από όσο το δυνατόν περισσότερους καλλιτέχνες. Το αποτέλεσμα είναι να συγκεντρωθούν έργα μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών του 19ου και του 20ου αι, που σκιαγραφούν ολόκληρη την πορεία της νεοελληνικής τέχνης.

Η περιήγησή μας στη συλλογή ξεκινά από τους εκπροσώπους της “Σχολής του Μονάχου”, που σφραγίζουν την καλλιτεχνική δημιουργία του 19ου αι. και ακολουθούν τάσεις που εκτείνονται σε ένα ευρύτατο φάσμα ανάμεσα στον ιδεαλισμό (που εξάρει τα ιδανικά της εποχής και βρίσκει ανταπόκριση στην αστική κοινωνία του τέλους του 19ου αι.) και το ρεαλισμό (με τη μελέτη του φυσικού και τη φροντίδα για την απόδοση της πραγματικότητας.

Τέτοια έργα είναι τα σχέδια αρχαιοελληνικών γλυπτών του Ν. Γύζη (1842-1901)του πιο σημαντικού ίσως, ζωγράφου και δασκάλου της εποχής, που με την τέχνη του σφράγισε την εικαστική παιδεία της περιόδου, οι προσωπογραφίες των Γ. Ιακωβίδη (1853-1932),σπουδαίου προσωπογράφου  και αφηγητή παιδικών σκηνών, Ν. Κουνελάκη (1829-1869) έξοχου προσωπογράφου, που σπούδασε στην Αγία Πετρούπολη και έζησε στη Φλωρεντία, Ι. Δούκα (1838/41-1916), Σ. Προσαλέντη (1830 – 1895), και άλλων.

Στην πλειονότητά τους οι προσωπογραφίες αυτές είναι αντρικές. Εικονίζουν αριστοκράτες και αστούς, με τα σύμβολα της κοινωνικής τους θέσης σε στάσεις άκαμπτης σοβαρότητας, σε σκοτεινό φόντο, που προσδίδει μεταφυσική διάσταση στα πρόσωπα (όπως το χρυσό στη βυζαντινή ζωγραφική). Εκπληρώνεται με τον τρόπο αυτό η ανάγκη της αριστοκρατίας και της ανερχόμενης αστικής τάξης να δηλώσουν την παρουσία τους ως άτομα, φορείς εξουσίας.

Αργότερα, στην πορεία του 19ου αι. σε έργα, που εντάσσονται στο κίνημα του “ρεαλισμού” όπως των Ε. Ιωαννίδη (1868-1942), Σ. Βικάτου (1878–1960) βλέπουμε ότι η ακαμψία αυτή θα αμβλυνθεί με τη χρήση φωτεινότερων χρωμάτων και με πιο ελεύθερη στάση των εικονιζόμενων προσώπων, αποδίδοντας την πραγματικότητα ακαλλώπιστη και αψιμυθίωτη.

Δεν λείπει όμως, την περίοδο αυτή και η τοπιογραφία με εκφραστές όπως ο Βασίλειος Χατζής (1865–1915) διακεκριμένος έλληνας ζωγράφος, που έγινε γνωστός κυρίως για τις θαλασσογραφίες του.

Ο 20ος αι. φέρνει καθυστερημένα στην Ελλάδα τον απόηχο της βιομηχανικής επανάστασης που είχε συντελεστεί στη δυτική Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα.

Το κέντρο των εξελίξεων μεταφέρεται τώρα στο Παρίσι.

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, είναι η περίοδος των νέων αναζητήσεων, των ανατροπών και κυρίως της πιο προσωπικής έκφρασης.

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του αιώνα χαρακτηρίζονται από μια γνήσια ζωγραφική της υπαίθρου με ελεύθερη πινελιά και καθαρά χρώματα, που εκτοπίζει την ακαδημαϊκή ζωγραφική της σχολής του Μονάχου.

Η προοπτική εγκαταλείπεται και κύριο ζωγραφικό στοιχείο καθίσταται το φως και η υποδήλωσή του μέσω του χρώματος, αποτέλεσμα των επιρροών του ιμπρεσιονισμού. 

Δύο Έλληνες της διασποράς είναι οι σημαντικότεροι ζωγράφοι που μεταφέρουν στο έργο τους αυτές τις κατακτήσεις. Ο πρώτος, κυρίαρχη μορφή που συμπυκνώνει στο έργο του αφομοιωμένες όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές εικαστικές διαδρομές, με μια ελληνική ματιά, είναι ο Αλεξανδρινός Κ. Παρθένης (1878-1967). Ποιητικός, αινιγματικός, με βυζαντινά στυλιζαρίσματα και κλίση προς τον συμβολισμό συνδυάζει ένα ιδιότυπο πνεύμα κομψότητας και σπιριτουαλισμού.

Ο δεύτερος, που συνδυάζει στα τοπία του χαρακτηριστικά του P. Cezanne, του V. Van Gogh, του P. Gauguin, των φωβιστών αλλά και της λυρικής σχηματοποίησης της γιαπωνέζικης ζωγραφικής είναι ο Κωνσταντινοπολίτης  Κ. Μαλέας(1879-1928).

Στην έκθεση της πινακοθήκης παρουσιάζονται τρία σχέδια του πρώτου και δύο αντιπροσωπευτικές ελαιογραφίες του δεύτερου.

Μεταξύ των δύο πόλων επιρροής του Μονάχου και του Παρισιού, συγκαταλέγονται οι περισσότεροι ζωγράφοι αυτής της περιόδου όπως ο Δ. Γερανιώτης (1871–1960) τα πορτρέτα του οποίου χαρακτηρίζονται από την προσήλωση στις αρχές του ακαδημαϊσμού που επέβαλε η «Σχολή του Μονάχου» αλλά εντούτοις, οι τοπιογραφίες του δείχνουν μία τάση προς τον ιμπρεσιονισμό, ο Γ. Ροϊλός (1867-1928), με ένα νατουραλισμό της στιγμιαίας εντύπωσης, ο Π. Μαθιόπουλος (1876-1956), εισηγητής της τεχνικής του παστέλ στην Ελλάδα και προσωπογράφος “της καλής κοινωνίας”, η Σ. Λασκαρίδου (1883-1927), με έργα ρομαντικής διάθεσης, ο Όθ. Περβολαράκης (1887-1974), που κινήθηκε στα όρια ενός ιμπρεσιονιστικού ρεαλισμού, ο Λ. Γεραλής (1871-1958), ακαδημαϊκός ζωγράφος με σχέσεις με τα ρεαλιστικά και ιμπρεσσιονιστικά κινήματα του 19ου αι., ο Ο. Αργυρός (1882/84-1963), από τους τελευταίους καλλιτέχνες της σχολής του Μονάχου που οδηγήθηκε σε μια ιμπρεσσιονιστική ζωγραφική εκτέλεση με έμφαση στο φως, η Θ. Φλωρά-Καραβία (1871–1960), με το χαρακτήρα του Κωνσταντινουπολίτικου και του Αλεξανδρινού χώρου στο έργο της και την πλούσια εθνική δράση κατά τη διάρκεια των απελευθερωτικών πολέμων (η πινακοθήκη διαθέτει μια μεγάλη σειρά σχεδίων που αποτυπώνουν σκηνές από το ελληνικό στρατόπεδο κατά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913), κ.α.

Παράλληλα υπάρχουν και άλλοι ζωγράφοι με έργο που δεν εντάσσεται εύκολα σε κάποια κατηγορία όπως ο Ν. Λύτρας (1883-1927), γιος του Νικηφόρου, επαναστατικός και ρηξικέλευθος, με μοντερνιστικά χαρακτηριστικά στο έργο του, όπου το χρώμα δεν καταγράφει μόνο αλλά δηλώνει ότι αισθάνεται ο καλλιτέχνης γι αυτό που βλέπει και ο Δ. Γαλάνης (1879-1966), με την πολύπλευρη καλλιτεχνική δράση και τις πολύ καλά δομημένες συνθέσεις του, που αναδείχτηκε σε σημαντική προσωπικότητα της Γαλλικής τέχνης του μεσοπολέμου αλλά και σε ανανεωτή της χαρακτικής τέχνης.   

Το σημαντικότερο όμως κίνημα, που αναδεικνύεται στη δυτική Ευρώπη, μέσα από όλες τις αναζητήσεις και εκφράζεται στην Ελλάδα μέσα από το έργο των ζωγράφων, που κατά συνθήκη ονομάζουμε «γενιά του ‘30», είναι ο “μοντερνισμός".

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την αρχή που τον διέπει με τη φράση το τοπικό είναι και παγκόσμιο. Όσο πιο συνδεδεμένο είναι ένα έργο τέχνης με τις ρίζες του τόπου του και παράλληλα με το αισθητικό πνεύμα μιας εποχής τόσο περισσότερο αποκτά παγκόσμιο ενδιαφέρον. Μια τέτοια προοδευτική αντίληψη βοήθησε του «μοντέρνους» να κοιτάξουν με καθαρότερη ματιά την παράδοση και τις παραμελημένες ως τότε αξίες της ανατολής.

Η κλασσική αγγειογραφία, τα ελληνιστικά πορτραίτα, η βυζαντινή αγιογραφία, η λαϊκή ζωγραφική, αλλά και η αναγέννηση, το μπαρόκ, οι ανατολικές τέχνες, συνδυάζονται με τον κυβισμό, το φωβισμό, το συμβολισμό και τη μεταφυσική ζωγραφική. 

Αντιπροσωπευτικοί καλλιτέχνες αυτού του ρεύματος με παρουσία στη συλλογή της πινακοθήκης είναι ο Γ. Τσαρούχης (1910-1989), κοσμοπολίτης και ελληνολάτρης, που αποκάλυπτε το μοντέρνο μέσα από την παράδοση, ο Σπ. Βασιλείου (1902/03-1985), που συνδυάζει μια διάθεση για λαϊκή ζωγραφική με λόγια στοιχεία και στέκεται κριτικός απέναντι στις συνέπειες του επελαύνοντα εκσυγχρονισμού, o Ν. Νικολάου (1943-) ο Ρ. Κοψίδης (1928-), με ιδιαίτερο εκφραστικό ύφος που αξιοποιεί στοιχεία της λαϊκής και της βυζαντινής ζωγραφικής, ο Γιαννιώτης Κ. Μαλάμος (1913-2007), με ρεαλιστική γραφή και εξπρεσιονιστική διάθεση, ο Γ. Μαυροΐδης (1913), με δυναμική εκφραστική πινελιά, ο Γ. Βακαλό (1902-1991), που κινείται στο κλίμα ενός καθαρά προσωπικού ποιητικού σουρεαλισμού, o Ο. Κανέλλης (1910-1979), με έναν ποιητικό λυρισμό και με ευλύγιστη γραμμή σχεδίου που αγγίζει τα όρια του εξπρεσιονισμού, ο Γ. Βακιρτζής (1923-1988) με λαϊκά και εξπρεσιονιστικά τεχνοτροπικά στοιχεία, ο Γ. Γουναρόπουλος (1890-1977), με στοιχεία ιδεαλιστικά και υπερρεαλιστικά αλλά κυρίως με έναν ονειρώδη συμβολισμό, ο Κ. Πλακωτάρης, (1902–1969) τοπιογράφος κυρίως, που χρησιμοποιεί τις αρχές του αναλυτικού κυβισμού,  κ.α.

Στα έργα τους, μπορεί να παρατηρήσει κανείς αυτή τη γόνιμη αλληλεπίδραση όλων των τάσεων που επικρατούσαν και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που απέκτησε η ελληνική ζωγραφική.

Ταυτόχρονα μερικοί δημιουργοί ακολουθούν και εξελίσσουν σύγχρονα Ευρωπαϊκά ρεύματα όπως του εξπρεσιονισμού. Ο επιφανέστερος Έλληνας εξπρεσιονιστής με διεθνή αξία, που λειτουργεί ως πρόδρομος και δάσκαλος είναι ο Γ. Μπουζιάνης  (1885-1959) που αντιπροσωπεύεται εδώ, με ένα χαρακτηριστικό έργο του.

Στα χρόνια που ακολουθούν και κυρίως μετά το 1950, κάνει την εμφάνισή της η “αφαίρεση”, που παίρνει ένα γενικό χαρακτήρα αντιπαράθεσης με τη ζωγραφική του παρελθόντος και σημαίνει την προοδευτική αυτονόμηση του ζωγράφου από τα εξωτερικά ερεθίσματα και τη δημιουργία ενός νέου οπτικού κόσμου πάνω στον πίνακα.

Κύριοι εκπρόσωποι αυτού του ζωγραφικού κλίματος έργα των οποίων βρίσκονται εδώ είναι ο Α. Κοντόπουλος (1905-1975), που κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια του ρεαλισμού και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού για να γίνει στη συνέχεια πρωτοστάτης στη διάδοση της αφηρημένης τέχνης στην Ελλάδα, ο αρχιτέκτονας-ζωγράφος Τ. Μάρθας (1905-1965), παραστατικός κι αυτός αρχικά με επιρροές από το φωβισμό και τον εξπρεσιονισμό, που πειραματίστηκε στη συνέχεια, με χρηστικά υλικά καταλήγοντας στην ανεικονική τέχνη, ο Θ. Τσίγκος (1914-1965), ένας δυναμικός, πρωτοπόρος και ασυμβίβαστος καλλιτέχνης με εκρηκτικό χαρακτήρα και “χειρονομιακή” γραφή, ο Χ. Καράς (1930), που πειραματίζεται με τις δυνατότητες της άμορφης τέχνης, προαναγγέλλοντας τη φάση του παραστατικού εξπρεσιονισμού κ.α.

Τέλος, στις επόμενες δεκαετίες, ζωγράφοι όπως ο Π. Τέτσης (1925) με εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα και πρωτεύουσα σημασία του χρώματος στο έργο του, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα, ο Α. Φασιανός (1935), ανθρωποκεντρικός και “εμβληματικός”, που αναζητά την ελληνικότητα αποτυπώνοντας ποιητικά καθημερινές ιστορίες,  ο Θ. Μορές (1927-1992), που αποδίδει μέσα σε ένα κλίμα φαντασίας και ονείρου ανθρώπινες μορφές, άλογα και τοπία, η Α. Παπά (1904-1984), με τις διάφανες χρωματικές αρμονίες, κ.α., που παρουσιάζονται στην πινακοθήκη, εκπροσωπούν τις νεότερες τάσεις με περισσότερο προσωπικά δείγματα γραφής.